Παρατήρηση

Η οροσειρά της Ροδόπης βρίσκεται βόρεια των νομών Δράμας, Ξάνθης και Ροδόπης, η οποία σηματοδοτεί το φυσικό σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Έχει συνολική έκταση περίπου 19.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, το 18% της οποίας είναι στην ελληνική επικράτεια και το 82% στη βουλγαρική.

Αποτελεί μία από τις ενδιαφέρον περιοχές της Ευρώπης, λόγω της μεγάλης βιοποικιλότητας που αναδύει, το οποίο οφείλεται στη γεωγραφική της θέση, στη γεωλογική σύσταση, στη γεωμορφολογία της αλλά και στο ότι δεν έχει επηρεασθεί από τους παγετώνες. Με αποτέλεσμα, αρκετά είδη της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης να μεταναστεύουν στη Ροδόπη, η οποία σηματοδοτεί το νοτιότερο όριο εξάπλωσης τους. Ιδιαίτερα στο κεντρικό και δυτικό τμήμα της οροσειράς απαντούν ορισμένα από τα λιγότερα αλλοιωμένα φυσικά οικοσυστήματα της Ευρώπης, τα οποία φιλοξενούν μεγάλη ποικιλία ενδιαιτημάτων και σπάνια είδη φυτών και ζώων,

Μεγάλο οικολογικό ενδιαφέρον προβάλλει το ελληνικό τμήμα της Ροδόπης παρά την μικρή έκταση που καταλαμβάνει. Σε αυτό απαντούν όλες οι ζώνες βλάστησης, από τις αμιγώς μεσογειακές εώς τις καθαρά ηπειρωτικές και τη ζώνη των βόρειων ψυχρόβιων κωνοφόρων της προαλπικής ζώνης και της Βόρειας Ευρώπης. Στο ελληνικό τμήμα της οροσειράς, η ποικιλότητα των οικοσυστημάτων εμφανίζεται μεγάλη, ακόμη και σε σχετικά μικρή επιφάνεια.

Βλάστηση – Χλωρίδα

Σε σχέση με τα δάση τα πιο αξιόλογα οικοσυστήματα που χαρακτηρίζουν την οροσειρά της Ροδόπης είναι το δάσος της Σημύδας, το δάσος της Ελατιάς, το Παρθένο Δάσος του Φρακτού, η Χαϊντού-Κούλα με τις γύρω κορυφές, η περιοχή Τσίχλα-Δρυμού του Ν. Ξάνθης.

Οι ζώνες βλάστησης στην περιοχή είναι οι παρακάτω:

  • Η καθαρά μεσογειακή ζώνη της υψηλότερης, ψυχρότερης ζώνης των αείφυλλων πλατύφυλλων, με κουμαριές, φιλύκια, αγριελιές, κοκορετσιές, πρίνους, μελιές, κουτσουπιές και χνοώδεις δρύες.
  • Η μεταβατική ζώνη (ανωμεσογειακή-υποηπειρωτική) από τη ζώνη των αείφυλλων στη ζώνη των πλατύφυλλων, με κυριαρχία του πρίνου και του γαύρου.
  • Η ζώνη των θερμόφιλων φυλλοβόλων πλατύφυλλων, δηλαδή η ζώνη των φυλλοβόλων δρυοδασών, η οποία είναι και η σπουδαιότερη ζώνη της Ροδόπης, καθώς το ελληνικό τμήμα της Ροδόπης είναι κυρίως περιοχή δρυοδασών. Τα κυριότερα είδη δρυός, τα οποία δημιουργούν εκτεταμένα δάση, είναι η πλατύφυλλη δρυς (Quercus frainetto) και η απόδισκη βαλκανική δρυς (Quercus petraea subsp. medwediewii). Στην ίδια ζώνη εμφανίζονται μικρές συστάδες καστανιάς ή σε μίξη με τη δρυ, σποραδικά άτομα φλαμουριάς και συστάδες μαύρης πεύκης, η οποία δημιουργεί αμιγείς συστάδες, αλλά και μικτές με την πλατύφυλλη ή την απόδισκη δρυ.
  • Η καθαρά ηπειρωτική ζώνη των περισσότερο ψυχρόβιων πλατύφυλλων ειδών, όπως η οξιά, η οποία δημιουργεί ομογενείς συστάδες ή μεικτές με πλατύφυλλη δρυ στη χαμηλότερη περιοχή, δηλαδή στον οικοτόνο μεταξύ των δρυοδασών και των δασών οξιάς.
  • Η ζώνη των ψυχρόβιων κωνοφόρων, με δάση δασικής πεύκης, ερυθρελάτης και σημύδας. Τα είδη αυτά συνθέτουν καθαρά προαλπικά ή σκανδιναβικά τοπία. Η ζώνη των ψυχρόβιων κωνοφόρων εμφανίζεται κυρίως στη δυτική Ροδόπη.

Όσον αφορά στους τύπους οικοτόπων στην περιοχή, παρουσιάζονται 23 τύποι οικοτόπων, 5 από τους οποίους είναι προτεραιότητας.

Πανίδα

Τα δάση της Ροδόπης παρέχουν καταφύγιο σε έναν μεγάλο αριθμό ειδών ζώων που ζουν, κινούνται και αναπαράγονται στην περιοχή, κάποια από τα οποία είναι σπάνια.

Για πολλά είδη μεγάλων θηλαστικών, όπως η αρκούδα, ο λύκος, το αγριόγιδο, το ελάφι, το ζαρκάδι και το αγριογούρουνο, η περιοχή αποτελεί το νοτιότερο όριο εξάπλωσής τους. Τα ζώα αυτά ζουν και αναπαράγονται στα πυκνά δάση ερυθρελάτης, οξιάς, βελανιδιάς και δασικής πεύκης. Τα κυριότερο θηλαστικό στην περιοχή είναι η καφέ αρκούδα, η οποία περιλαμβάνεται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλόζωων της Ελλάδας ως Κινδυνεύον και αποτελεί είδος προτεραιότητας, σύμφωνα με την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ. Στην Κεντρική Ροδόπη υπολογίζεται ότι υπάρχουν 25-30 αρκούδες, οι οποίες βρίσκουν στα δάση της περιοχής ιδανικό περιβάλλον. Το αγριόγιδο, επιβιώνει στις απόκρημνες ορθοπλαγιές της Ροδόπης, στην περιοχή του Φρακτού. Ο πληθυσμός που έχει απομείνει είναι πλέον εξαιρετικά μικρός (υπολογίζεται σε 50-60 άτομα) και απαιτείται η λήψη αυστηρών μέτρων για την προστασία του. Άλλα σημαντικά είδη που έχουν καταγραφεί στην περιοχή είναι το τσακάλι, η αγριόγατα, ο ασβός, ο δασομυωξός, η βίδρα, καθώς και ορισμένα είδη νυχτερίδων που προστατεύονται από την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ.

Όσον αφορά στην ορνιθοπανίδα, στην περιοχή έχουν καταγραφεί 139 είδη πτηνών, τα οποία, είτε ζουν μόνιμα, είτα φωλιάζουν και αναπαράγονται στην περιοχή, είτε τη χρησιμοποιούν ως σταθμό κατά τη μετανάστευσή τους ή για τη διαχείμασή τους. Αξιοσημείωτη είναι η παρουσία του αγριόκουρκου και της αγριόκοτας, για τα οποία η περιοχή αποτελεί το μοναδικό μέρος φωλιάσματος στην Ελλάδα. Ο αγριόκουρκος είναι βιοενδείκτης πλούσιων οικολογικά δασών. Η παρουσία του, με πληθυσμό περίπου 330-380 ατόμων, υποδεικνύει τον κεντροευρωπαϊκό ψυχρόβιο χαρακτήρα των δασών της περιοχής, η οποία αποτελεί το νοτιότερο άκρο της χωροδιάταξής του στην Ευρώπη, μετά τη χερσόνησο του Άθω. Επίσης, τα δασικά συμπλέγματα της οροσειράς της Ροδόπης αποτελούν κύριο ενδιαίτημα των στρουθιόμορφων, το μεγαλύτερο ποσοστό των οποίων απαντά στην περιοχή μελέτης. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι στην περιοχή αναπαράγονται πέντε (5) είδη αρπακτικών: ο ασπροπάρης, ο χρυσαετός, ο πετρίτης, ο μπούφος και το χαροπούλι, καθώς και δρυοκολάπτες όπως η μαυροτσικλητάρα και ο λευκονώτης. Ειδικότερα στην περιοχή της Ελατιάς, αναπαράγονται πολλά είδη που δεν απαντούν πουθενά αλλού στην Ελλάδα, όπως το φασσοπερίστερο, ο αιγωλιός, η μαυροτσικλητάρα, η χιονότσιχλα, ο δασοφυλλοσκόπος, η βουνοπαπαδίτσα και ο καρυδοσπάστης.

 

Η περιοχή παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και όσον αφορά στην ιχθυοπανίδα, εξαιτίας της ύπαρξης ενός μεγάλου αριθμού μεγάλων και μικρών ρεμάτων, τα οποία έχουν νερό σε όλη τη διάρκεια του έτους. Στα νερά του Βαθυρέματος και του Στραβορέματος υπάρχουν πληθυσμοί άγριας πέστροφας Salmo trutta macedonicus (Salmo macrostigma Dumeril, 1858 σύμφωνα με το Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ). Οι πέστροφες ζουν στα άνω τμήματα, κοντά στις πηγές των ποταμών και κάτω από αυτές, όπου τα νερά είναι καθαρά και τρεχούμενα, πλούσια σε διαλυμένο οξυγόνο. Ο πληθυσμός του είδους στα ρέματα θεωρείται απομονωμένος, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως γονιδιακό απόθεμα. Εξαιτίας της γενετικής απομόνωσης του πληθυσμού, η περιοχή μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ιδιαίτερης και εξαιρετικής σημασίας.

Για τα αμφίβια της περιοχής, τα κυριότερα ενδιαιτήματα είναι τα λιβάδια χωρίς μεγάλη κλίση, που διαρρέονται από ρέματα. Οι νερόλακκοι και οι διαπλατύνσεις των ρεμάτων αποτελούν αξιόλογα σημεία αναπαραγωγής για τα περισσότερα είδη αμφιβίων. την περιοχή έχουν καταγραφεί 11 είδη, εκ των οποίων, 2 είδη, η μπομπίνα (Bombina variegata) και ο λοφιοφόρος τρίτωνας (Triturus cristatus) περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και 4 είδη –ο πράσινος φρύνος (Bufo viridis), ο δενδροβάτραχος (Hyla arborea), ο ευκίνητος βάτραχος (Rana dalmatina) και ο βάτραχος των ρυακιών (Rana graeca), περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV της Οδηγίας. Το αφθονότερο στην περιοχή είδος είναι ο βάτραχος των βουνών (Rana temporaria), ενώ το είδος με την πιο ευρεία εξάπλωση είναι η σαλαμάνδρα (Salamandra Salamandra). Ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, ο αλπικός τρίτωνας (Triturus alpestris) που έχει καταγραφεί σε λιβάδι, κοντά στο Βαθύρεμα.

 

http://www.fdor.gr/index.php/el/

Δείτε επίσης