Η Δράμα

Η Ιστορία

Η Δράμα βρίσκεται στα βόρεια όρια της μεγάλης πεδιάδας που σχηματίζεται ανάμεσα στο Παγγαίο και στο Φαλακρό. Ένας από τους αρχαιότερους νεολιθικούς οικισμούς είναι και ο προϊστορικός οικισμός των Σιταγρών, γνωστός στην αρχαιολογική έρευνα από τις ανασκαφές της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής και του Πανεπιστημίου του Los Angeles. Τα αρχαιότερα ίχνη της ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή της σημερινής πόλης της Δράμας εμφανίζονται στο λόφο της περιοχής «Αρκαδικός», όπου τοποθετείται ένας από τούς σημαντικούς νεολιθικούς οικισμούς της πεδιάδας της Δράμας. Μέσα στην πόλη της Δράμας, και στην περιοχή των εργατικών κατοικιών  η ανασκαφική έρευνα, έφερε στο φως ένα νεολιθικό χωριό, τον αρχαιότερο μόνιμο προϊστορικό οικισμό της Δράμας. Η ύπαρξη οικισμού ελληνιστικών χρόνων στη Δράμα βεβαιώθηκε στα 1978 από την ανεύρεση ενός τάφου μακεδονικού τύπου στην οδό Τροίας που χρονολογείται στο 2ο π. Χ. αιώνα.

Οι Ρωμαίοι, στο σχέδιο της κοσμοκρατορίας τους έβλεπαν την Μακεδονία σαν ανασχετικό φράγμα, που εμποδίζει τους κατακτητικούς τους σκοπούς, καιροσκοπούσαν δε επιζητώντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθούν και να την υποτάξουν. Στη Δράμα τότε υπήρχε σταθμός μεταξύ Φιλίππων και Ηράκλειας, επί της Εγνατίας οδού, η ρωμαϊκή οδός «Via Egnatia», συνέδεε τη Ρώμη με την Κωνσταντινούπολη. Η πόλη της Δράμας απετέλεσε «κώμη» (vicus) της ρωμαϊκής αποικίας των Φιλίππων και δέχτηκε την επίδραση του ρωμαϊκού πολιτισμού. Από τις επιγραφές που βρέθηκαν κατά καιρούς στην πόλη προκύπτει η πρώιμη ανάμειξη του τοπικού θρακικού πληθυσμού με τον ελληνικό, αλλά βλέπουμε ότι η ελληνική γλώσσα επικρατεί στην ενδοχώρα του Παγγαίου. Επειδή δεν βρισκόταν σε στρατηγική θέση, η Δράμα ευτύχησε να σταδιοδρομήσει ειρηνικά και στα βυζαντινά χρόνια να βρίσκεται μακριά από πολέμους . Η κυριαρχία των Φράγκων στη περιοχή κράτησε μόνο 17 χρόνια, από το 1206 μέχρι το 1223, όταν την κατέλυσε ο ηγεμόνας του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Το 1230 καταλαμβάνεται από τον Τσάρο της Βουλγαρίας και το 1245 επανήλθε στους Βυζαντινούς. Στην κατοχή των Βυζαντινών βρέθηκε μεταξύ των ετών 1242/43 και 1246.Παρέμεινε βυζαντινή ως το χρόνο κατάληψής της από τους Σέρβους (1344 – 45), γνωρίζοντας στο μεταξύ διάστημα την καταστροφική μανία των εμφυλίων πολέμων.

Η Δράμα υποτάσσεται στους Τούρκους το 1373 ή το 1384. Το έτος 1507 στις 23 Απριλίου σφάζονται 172 μοναχοί της Ιεράς Μονής Εικοσιφοίνισσας Παγγαίου. Το 1825 ο Ελληνικός πληθυσμός της Δράμας αραιώνει πολύ. Έτσι η Μητρόπολη μεταφέρεται στην Αλιστράτη, όπου το τουρκικό στοιχείο είναι ελάχιστο έναντι του Ελληνικού. Ο πληθυσμός της πόλης είχε αυξηθεί σημαντικά στα τελευταία σαράντα χρόνια της Τουρκοκρατίας (1870 – 1910) σε σύγκριση με τα προηγούμενα σαράντα χρόνια (1830 – 1870). Το 1840 τα σχολεία της πόλης λειτουργούσαν στο νάρθηκα της εκκλησίας. Αργότερα δημιουργείται η λεγομένη «Σχολή», όπου στεγάστηκαν το σχολείο και το παρθεναγωγείο. Η «Σχολή» αυτή διατηρήθηκε ως το 1881. Η ειρηνική περίοδος των Ελλήνων της Δράμας δεν επρόκειτο να διαρκέσει πολύ. Η έναρξη των βαλκανικών πολέμων βρίσκει τους Έλληνες του νομού Δράμας σε κατάσταση αναμονής. Είναι σίγουροι πώς φτάνει επί τέλους η πολυπόθητη ελευθερία. Οι Τούρκοι φεύγουν. Αλλά στις 23.10.1912 η Δράμα καταλαμβάνεται από τον βουλγαρικό στρατό. Την 1-7-1913, η 7η Μεραρχία του ελληνικού στρατού ελευθερώνει τη Δράμα. Η Δράμα μετά από 540 χρόνια δουλείας ζει ελεύθερη. Έπειτα μια νέα βουλγαρική κατοχή (1916 – 1918) κάνει εμφάνιση κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Τον Σεπτέμβριο του 1918 απελευθερώνεται η Δράμα και γίνεται πρωτεύουσα της Ανατολικής Μακεδονίας και έδρα Γενικής Διοικήσεως Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης.

Βυζαντινά Τείχη

Στη Δράμα δεν υπάρχει κάστρο. Υπάρχουν όμως υπολείμματα από τα Βυζαντινά τείχη της πόλης. Διασώζονται αρκετά τμήματα στη βόρεια συνοικία της πόλης, γύρω από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Προς το τέλος των κλασικών ή στις αρχές της ελληνιστικών χρόνων (τέλη 4ου ή αρχές 3ου αιώνα π.Χ.) στη θέση της Δράμας δημιουργήθηκε πολίχνη, οι κάτοικοι της οποίας καλλιεργούσαν την άμπελο και λάτρευαν τον θεό Διόνυσο, σε ιδιαίτερο ιερό. Η πολίχνη παρέμεινε δραστήρια και κατά τους ρωμαϊκούς και τους βυζαντινούς χρόνους. Σε όλη την υστεροβυζαντινή περίοδο ( αρχές 130υ μ.Χ. αι. – 1453) η Δράμα αλλάζει συνεχώς κυρίαρχους, όπως όλες οι βυζαντινές επαρχίες. Μετά την κατάληψη της Δράμας από τους Οθωμανούς το 1383 η πόλη εξακολουθεί να αποτελεί ένα μικρό κάστρο στην επικράτεια του σουλτάνου, αποκομμένο τόσο από την Πόλη, μέχρι την Άλωση του 1453 όσο και από τη Θεσσαλονίκη, μέχρι την κατάληψή της το 1430. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς κτίστηκαν τα τείχη, αλλά λογικά η κατασκευή θα πρέπει να ήταν το αποτέλεσμα πολλαπλών επεμβάσεων από την αρχαιότητα μέχρι τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Φαίνεται πως τα σωζόμενα τείχη της Δράμας είναι εξ ολοκλήρου Βυζαντινής προέλευσης. Δεν υπάρχουν ενδείξεις της Ρωμαϊκής οχύρωσης, ενώ φαίνεται πως και κατά την Τουρκοκρατία δεν υπήρξαν σοβαρές παρεμβάσεις. Τα Βυζαντινά τείχη Δράμας χαρακτηρίστηκαν «ιστορικό διατηρητέο μνημείο» με απόφαση της Ελληνικής πολιτείας το 1962, ενώ σήμερα εκτελούνται εργασίες συντήρησης.

Αλευρόμυλοι

Οι αλευρόμυλοι της Δράμας, μέχρι την απελευθέρωση της πόλης από τον τουρκικό ζυγό ανήκαν σε Τούρκους και εξυπηρετούσαν τους κατοίκους της και εκείνους των γειτονικών χωριών. Οι αλευρόμυλοι κινούνταν με νερό, γι’ αυτό και ονομάζονταν νερόμυλοι ή υδρόμυλοι. Άλεθαν όλα τα είδη των δημητριακών, δηλαδή σιτάρι, καλαμπόκι, σίκαλη, και μερικοί από αυτούς διέθεταν και πέτρα για την άλεση σησαμιού και την παραγωγή σαμόλαδου. Για την άλεση αυτών των δημητριακών χρησιμοποιούσαν ζευγάρια από οριζόντιες κυκλικές πέτρες, τη μια πάνω στην άλλη, τις γνωστές μυλόπετρες, και κόσκινα, τα λεγόμενα μπουράτα. Τα προϊόντα που παράγονταν κατά την άλεση ήταν το αλεύρι και τα πίτυρα. Μετά το 1922 και την ανταλλαγή των πληθυσμών πολλοί από τους υδρόμυλους περιήλθαν στην Δ.Α.Π. από την οποία τους αγόρασαν διάφοροι Έλληνες, ενώ άλλοι αγοράστηκαν απ’ ευθείας από τους Τούρκους ιδιοκτήτες. Ήταν κτισμένοι συνήθως κοντά σε τρεχούμενα νερά, και επειδή η Δράμα με τις πολλές πηγές είχε αφθονία τέτοιων νερών, λειτούργησαν αρκετοί υδρόμυλοι. Τα κτίρια των αλευρόμυλων ήταν μικρά σε όγκο και εκτός από το κεντρικό κτίριο όπου βρίσκονταν τα μηχανήματα και ένα μικρό γραφείο, υπήρχαν ακόμη οι αποθήκες του μύλου, οι στάβλοι και οι άλλοι βοηθητικοί χώροι. Σήμερα υπάρχουν στη Δράμα μόνο τρεις υδρόμυλοι, οι οποίοι βρίσκονται στην περιοχή των Πηγών της Αγίας Βαρβάρας. Ανατολικά ο μύλος του Παντούλη, απέναντί του ο μύλος του Δημηρόπουλου και τελευταίος δυτικότερα ο μύλος του Ζώνκε.

 

Οδός Βενιζέλου

Η οδός Βενιζέλου ήταν ο δρόμος της βόλτας στις δεκαετίες του 1950 και 60 αλλά και ο πλέον εμπορικός δρόμος με τις βιτρίνες που προκαλούσαν τα βλέμματα του κόσμου. Οι καιροί άλλαξαν και τα «τουρκόσπιτα» έχουν μετατραπεί σε εναλλακτικά μπαράκια, παραδοσιακά ταβερνάκια ενώ κάποια μαγαζιά υπάρχουν ακόμα εκεί. Οι παλιές εκκλησίες και τα τείχη της πόλης παραμένουν αγέρωχα στο χρόνο. Τους θερινούς μήνες η οδός Βενιζέλου ¨παίρνει ζωή¨, καθώς πλήθος κόσμου βολτάρει στα στενά της.

Ιστορία Καπνού

Κατά τη διάρκεια της εικοσαετίας 1840 – 1860 η καλλιέργεια του καπνού είχε επεκταθεί τόσο πολύ, ώστε η εξαγωγική ποσότητά του ήταν πάρα πολύ σημαντική. Από τη συνολική έκταση της καλλιεργήσιμης γης του σαντζακίου Δράμας, τα 80000 στρέμματα δηλαδή, σχεδόν το 1/7, αφιερωνόταν αποκλειστικά στην καλλιέργεια του καπνού. Το εμπόριο του καπνού που αποτελεί τώρα το κύριο προϊόν παραγωγής και καλλιέργειας στην περιοχή της Δράμας, θα παρουσιάσει μια σταθερή αύξηση από το 1860 και μετά. Το 1874 χτίζεται το πρώτο καπνομάγαζο στην περιοχή των πηγών που ανήκει στον Ι. Αναστασιάδη, ενώ μερικά χρόνια αργότερα, γύρω στα 1880 ανοικοδομούνται οι καπναποθήκες του γαλλικού μονοπωλίου καπνού. Οι καπναποθήκες αποτελούν ακόμη και σήμερα το ασφαλέστερο σημάδι της οικονομικής προόδου και ευημερίας της πόλης στα τέλη του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου.

Τα πολυώροφα κτίσματα των καπναποθηκών, που διασώζονται σήμερα, αποτελούν μεγάλα συμπαγή οικοδομήματα, από πέτρα και τούβλο με σιδερένιες πόρτες και κεπέγγια, και συνήθως με βαθιά υπόγεια και μεγάλους χώρους αποθήκευσης στις σοφίτες. Εκτός από το λειτουργικό προορισμό τους, τα «καπνομάγαζα», όπως συχνά αποκαλούνται, τόνιζαν την οικονομική δύναμη του ιδιοκτήτη τους. Με την εφαρμογή του νέου ρυμοτομικού σχεδίου (που εγκρίνεται το 1930), και την ανοικοδόμηση που ακολούθησε κύρια την μεταπολεμική περίοδο, καταστράφηκε ένας σημαντικός αριθμός καπναποθηκών που φανέρωνε την μεγάλη ανάπτυξη της πόλης κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκικής κατοχής. Σήμερα σώζονται και κρίθηκαν διατηρητέα μνημεία πέντε καπναποθήκες. Όλες βρίσκονται στην περιοχή των Πηγών της Αγίας Βαρβάρας, και είναι οι εξής:

Α) Καπναποθήκη Αναστασιάδη

Β) Καπναποθήκη Αθανασοπούλου

Γ) Καπναποθήκη Πορτοκάλογλου ή Σ.Ε.Κ.Ε.

Δ) Καπναποθήκη Πρωτόπαπα (πρώην Μιχαηλίδη)

Ε) Καπναποθήκη Σπήρερ ή Αυστροελληνικής (όπου σήμερα λειτουργεί ως ξενοδοχείο με ονομασία «Hydrama Grand Hotel»).